Μετάφραση του "vik" σε Ελληνικά
Οι κόλπος, κόρφος, μούρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vik" σε Ελληνικά.
vik
noun
verb
common
w
γραμματική
En öppen, kurvformad inbuktning gjord av havsvatten eller sjövatten i en kustlinje. [..]
-
κόλπος
noun masculineEn öppen, kurvformad inbuktning gjord av havsvatten eller sjövatten i en kustlinje.
Den delgav också de ryska myndigheterna sina farhågor med tanke på de ytterst svåra isförhållandena i Finska viken.
Μετέφερε στις ρωσικές αρχές τις ανησυχίες της για τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες στον φινλανδικό κόλπο.
-
κόρφος
Noun -
μούρο
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ρόγα
- κολπίσκος
- θάλαμος
- ορμίσκος
- ρυάκι
- φάτνωμα
- φρέαρ
- στοά
- διαμέρισμα
- αποθήκη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "vik"
Φράσεις παρόμοιες με "vik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βαρίδι
-
γραμματοσειρά
-
φιτίλι
-
Βοθνιακός κόλπος
-
διπλώνω · πτύσσω
-
βάρη · βάρος · βαράκια · βαρύτητα · ζύγι · μάζα · μονάδα βάρους · σημασία · σταθμά · σταθμίον
-
αδυνατίζω
-
περσικός κόλπος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη