Μετάφραση του "vika" σε Ελληνικά

Οι διπλώνω, πτύσσω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vika" σε Ελληνικά.

vika verb adverb γραμματική

lägga dubbelt

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διπλώνω

    verb

    Så det var mitt jobb att tvätta och vika hans tvätt.

    Έτσι εγώ έπρεπε να πλένω και να διπλώνω τα ρούχα του.

  • πτύσσω

    Släpfordon och påhängsvagnar av husvagnstyp, avsedda för bostads- eller campingändamål, med en vikt av ≤ 1 600 kg (exkl. hopfällbara husvagnar)

    Ρυμουλκούμενα τροχόσπιτα, για κατοικία ή κατασκήνωση, μη πτυσσόμενα, με βάρος ≤ 1 600 kg

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vika " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "vika"

Φράσεις παρόμοιες με "vika" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βαρίδι
  • γραμματοσειρά
  • φιτίλι
  • Βοθνιακός κόλπος
  • βάρη · βάρος · βαράκια · βαρύτητα · ζύγι · μάζα · μονάδα βάρους · σημασία · σταθμά · σταθμίον
  • vik
    αποθήκη · διαμέρισμα · θάλαμος · κολπίσκος · κόλπος · κόρφος · μούρο · ορμίσκος · ρυάκι · ρόγα · στοά · φάτνωμα · φρέαρ
  • αδυνατίζω
  • περσικός κόλπος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vika" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη