Μετάφραση του "Befestigen" σε Ελληνικά

Οι οχύρωση, στερεώνω, δένω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Befestigen" σε Ελληνικά.

Befestigen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οχύρωση

    noun feminine

    Wie archäologische Grabungen gezeigt haben, ist Megiddo im Verlauf seiner langen Geschichte zu verschiedenen Zeiten stark befestigt gewesen.

    Σε διάφορες εποχές της μακράς ιστορίας της, η Μεγιδδώ, όπως αποκαλύπτουν οι αρχαιολογικές ανασκαφές, διέθετε ισχυρή οχύρωση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Befestigen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

befestigen verb γραμματική

anpicken (österr.) (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στερεώνω

    verb
  • δένω

    verb

    Ich habe das Handy am Halsband befestigt, damit deine Mom denkt, du bewegst dich.

    Δένω το κινητό στο κολάρο του σκύλου, ώστε η μαμά σου να νομίζει ότι κινείσαι εδώ γύρω.

  • τονώνω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οχυρώνω
    • κολλώ
    • σφίγγω

Φράσεις παρόμοιες με "Befestigen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αθλητικός · ακμαίος · οχυρός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Befestigen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη