Μετάφραση του "befestigt" σε Ελληνικά

Οι ακμαίος, αθλητικός, οχυρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "befestigt" σε Ελληνικά.

befestigt verb

Mit einer festen Oberfläche bedeckt.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακμαίος

    adjective
  • αθλητικός

    adjective
  • οχυρός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " befestigt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "befestigt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δένω · κολλώ · οχυρώνω · στερεώνω · σφίγγω · τονώνω
  • οχύρωση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "befestigt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη