Μετάφραση του "Befestigung" σε Ελληνικά
Οι οχύρωση, ενίσχυση, οχύρωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Befestigung" σε Ελληνικά.
Wehr (veraltet) (gehoben)
-
οχύρωση
Anlagen und Gebäude, die für Verteidigungs- und Kriegszwecke gebaut wurden
Ich habe bemerkt, dass du mich seit der Befestigung der Barracken meldest.
Πρόσεξα ότι με αποφεύγεις μετά την οχύρωση του στρατώνα.
-
ενίσχυση
Typische Maßnahmen sind die Befestigung von Schotterstraßen oder die Verstärkung des vorhandenen Straßenbelags.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ασφαλτόστρωση χαλικόστρωτων δρόμων ή η ενίσχυση του υπάρχοντος οδοστρώματος.
-
οχύρωμα
Die römischen Heere umlagerten Jerusalem erneut und bauten ringsum eine Befestigung aus Spitzpfählen.
Οι ρωμαϊκές στρατιές περικύκλωσαν πάλι την Ιερουσαλήμ· οικοδόμησαν γύρω της ένα οχύρωμα από αιχμηρούς πασσάλους.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πολεμίστρα
- στερέωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Befestigung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"befestigung" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το befestigung στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.