Μετάφραση του "Begleichung" σε Ελληνικά

Οι διακανονισμός, εξόφληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Begleichung" σε Ελληνικά.

Begleichung noun feminine γραμματική

von Rechnungen

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακανονισμός

    noun

    Die Gewinnrealisierung eines finanziellen Vermögenswertes und die Begleichung einer finanziellen Verbindlichkeit werden nur dann als gleichzeitig behandelt, wenn die Geschäftsvorfälle zum selben Zeitpunkt stattfinden.

    Κατά συνέπεια, η ρευστοποίηση ενός χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου και ο διακανονισμός μιας χρηματοοικονομικής υποχρέωσης θεωρούνται ταυτόχρονες, μόνον όταν οι συναλλαγές λαμβάνουν χώρα την ίδια στιγμή.

  • εξόφληση

    Wie viel Zeit vergeht gegenwärtig durchschnittlich zwischen Eingang und Begleichung von Rechnungen?

    Ποιο είναι σήμερα το μέσο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την παραλαβή έως την εξόφληση των τιμολογίων;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Begleichung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Begleichung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη