Μετάφραση του "Begleiter" σε Ελληνικά

Οι άρθρο, σύντροφος, συνοδίτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Begleiter" σε Ελληνικά.

Begleiter noun masculine γραμματική

jmd., der mit einem auf Pilgerfahrt geht

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άρθρο

    noun neuter
  • σύντροφος

    noun masculine

    Mit einem jüngeren Begleiter, fühlt man sich viel lebendiger.

    Ο νεότερη σύντροφος σε κάνει να νιώθεις πιο ζωντανός.

  • συνοδίτης

    masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνοδοιπόρος
    • ακόλουθος
    • συνοδός
    • κομμάτι
    • δορυφόρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Begleiter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Begleiter"

Φράσεις παρόμοιες με "Begleiter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Begleiter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη