Μετάφραση του "begleitend" σε Ελληνικά
Οι εξάρτημα, συμπληρωματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "begleitend" σε Ελληνικά.
begleitend
verb
konkomitierend (med.) (fachsprachlich)
-
εξάρτημα
adjective neutersie werden von einer begleitenden Person gesteuert oder sind Anbaugeräte mit Trägermaschine
Τα μηχανήματα αυτά χειρίζεται βαδίζων χειριστής ή λειτουργούν ως εξάρτημα φέροντος μηχανήματος
-
συμπληρωματικός
masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " begleitend " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "begleitend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακομπανιάρω · συνοδεύω · συντροφεύω
-
θα σε συνοδέψω
-
συνοδεύω _ συνοδεύεται από
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη