Μετάφραση του "behelfen" σε Ελληνικά

Το αγγαρεύω είναι η μετάφραση του "behelfen" σε Ελληνικά.

behelfen verb γραμματική

(sich) behelfen

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγγαρεύω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " behelfen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Behelfen noun Noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

"Behelfen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Behelfen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "behelfen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανταπεξέρχομαι · βολεύομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "behelfen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη