Μετάφραση του "Behebung" σε Ελληνικά

Οι επιδιόρθωση, λύση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Behebung" σε Ελληνικά.

Behebung Noun noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιδιόρθωση

    noun

    Nur ein kleinerer Teil dieser Kosten betrifft die Behebung der durch die Überschwemmungen direkt verursachten Schäden.

    Μικρό μόνο μέρος των δαπανών αυτών αφορούν την επιδιόρθωση ζημιών που προκλήθηκαν άμεσα από τις πλημμύρες.

  • λύση

    noun

    Frage 20: Würden Sie eine andere Lösung zur Behebung der in Kapitel 2 dargelegten Probleme vorschlagen?

    Ερώτηση 20: Μπορείτε να υποδείξετε οποιαδήποτε άλλη λύση για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που περιγράφονται στο κεφάλαιο 2;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Behebung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Behebung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη