Μετάφραση του "Beichte" σε Ελληνικά

Το εξομολόγηση είναι η μετάφραση του "Beichte" σε Ελληνικά.

Beichte noun feminine γραμματική

Das Bekennen seiner Sünden und Fehler gegenüber einem Priester, um das Sakrament der Absolution zu erhalten.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξομολόγηση

    noun feminine

    Ich habe ihnen heute Nacht die letzte Beichte abgenommen.

    Ήρθα χθες βράδυ να διαχειριστώ την τελευταία τους εξομολόγηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Beichte " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

beichte verb
+ Προσθήκη

"beichte" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το beichte στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Beichte"

Φράσεις παρόμοιες με "Beichte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Beichte" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη