Μετάφραση του "beichten" σε Ελληνικά

Οι εξομολογώ, εξομολογούμαι, ομολογώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beichten" σε Ελληνικά.

beichten verb γραμματική

singen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξομολογώ

    verb
  • εξομολογούμαι

    Ich beichte es nur Dir.

    Μόνο σε σένα εξομολογούμαι.

  • ομολογώ

    verb

    Wir müssen es beichten und sie anflehen, ihn zurückzuholen.

    Θα ομολογήσουμε και θα την παρακαλέσουμε να τον πάρει πίσω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beichten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Beichten noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

"Beichten" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Beichten στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "beichten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beichten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη