Μετάφραση του "Beitel" σε Ελληνικά

Οι σκαρπέλο, σμίλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beitel" σε Ελληνικά.

Beitel noun masculine γραμματική

Meißel zur Holzbearbeitung

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκαρπέλο

  • σμίλη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Beitel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Beitel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Beitel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη