Μετάφραση του "Beitragen" σε Ελληνικά

Οι συνεισφορά, συνεισφέρω, εισφέρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beitragen" σε Ελληνικά.

Beitragen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεισφορά

    noun feminine

    Das Beitragen zu einem Referenzwert ist eine freiwillige Tätigkeit.

    Η συνεισφορά σε δείκτη αναφοράς αποτελεί εθελοντική δραστηριότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Beitragen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

beitragen verb γραμματική

hinzufügen (zu) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεισφέρω

    verb

    Es ist nicht möglich, weniger beizutragen, aber mehr zu erhalten.

    Δεν είναι δυνατόν να συνεισφέρουμε λιγότερα, αλλά να εισπράττουμε περισσότερα.

  • εισφέρω

    Ich versuche etwas beizutragen.

    Προσπαθώ vα συvεισφέρω κάτι.

  • συμβάλλω

    verb

    Er hat zur Entwicklung der Wirtschaft viel beigetragen.

    Έχει συμβάλλει πολύ στην ανάπτυξη της οικονομίας.

  • συντελώ

    Diese hat zur Klarstellung des geltenden Rechtsrahmens beigetragen.

    Αυτό συνετέλεσε στην αποσαφήνιση του υφιστάμενου νομικού πλαισίου.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Beitragen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη