Μετάφραση του "Beitrag" σε Ελληνικά

Οι δωρεά, συνεισφορά, εισφορά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beitrag" σε Ελληνικά.

Beitrag noun masculine γραμματική

für eine Zeitung [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δωρεά

    noun feminine

    Beiträge im Dienst der Öffentlichkeit und kostenlose Spendenaufrufe zu Wohlfahrtszwecken

    τις τηλεοπτικές κοινωφελείς ανακοινώσεις και εκκλήσεις για αγαθοεργίες που μεταδίδονται δωρεάν

  • συνεισφορά

    noun feminine

    Sozialpartner und Arbeitsmarktexperten müssen gut strukturierte Beiträge leisten.

    Η συνεισφορά των κοινωνικών εταίρων και των εμπειρογνωμόνων της αγοράς εργασίας πρέπει να είναι καλά διαρθρωμένη.

  • εισφορά

    noun feminine

    Der Beitrag wird monatlich in einen Fonds eingezahlt.

    Η εισφορά καταβάλλεται σε ένα ταμείο σε μηνιαία βάση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνεργασία
    • συνδρομή
    • ανάρτηση
    • συμβολή
    • άρθρο
    • καταχώρηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Beitrag " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Beitrag" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Beitrag" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη