Μετάφραση του "Bodybuilder" σε Ελληνικά

Το Bodybuilder είναι η μετάφραση του "Bodybuilder" σε Ελληνικά.

Bodybuilder noun masculine γραμματική

Muskelprotz (abwertend) (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Bodybuilder

    Ich denke, ich bin der stärkste Bodybuilder, der je gelebt hat.

    νομιζω ειμαι ο πιο δυνατος bodybuilder που εχει ζησει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bodybuilder " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bodybuilder" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη