Μετάφραση του "Bodybuilding" σε Ελληνικά
Οι σωματοδόμηση, Σωματοδόμηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bodybuilding" σε Ελληνικά.
Bodybuilding
noun
neuter
γραμματική
-
σωματοδόμηση
noun feminine -
Σωματοδόμηση
Sport mit dem Ziel der aktiven Körpergestaltung
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Bodybuilding " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη