Μετάφραση του "Bodybuilding" σε Ελληνικά

Οι σωματοδόμηση, Σωματοδόμηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bodybuilding" σε Ελληνικά.

Bodybuilding noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σωματοδόμηση

    noun feminine
  • Σωματοδόμηση

    Sport mit dem Ziel der aktiven Körpergestaltung

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bodybuilding " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bodybuilding" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη