Μετάφραση του "Bodyguard" σε Ελληνικά
Το σωματοφύλακας είναι η μετάφραση του "Bodyguard" σε Ελληνικά.
Bodyguard
noun
masculine
γραμματική
Gorilla (umgangssprachlich) [..]
-
σωματοφύλακας
noun masculineNun, jeder will mich umbringen, aber ich habe einen Bodyguard.
Όλοι θέλουν να με φάνε, αλλά έχω σωματοφύλακα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Bodyguard " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη