Μετάφραση του "Einfahrt" σε Ελληνικά

Το είσοδος είναι η μετάφραση του "Einfahrt" σε Ελληνικά.

Einfahrt noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • είσοδος

    noun feminine

    Einfuhr“ jedes Einführen von Waren in das Zollgebiet der Gemeinschaft.

    «εισαγωγή»: κάθε είσοδος εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Einfahrt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

einfahrt verb
+ Προσθήκη

"einfahrt" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το einfahrt στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Einfahrt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έμμεση εισαγωγή
  • εισαγωγές · εισαγωγή
  • αγγέλω · βάζω · δρομολογώ · εγκαθιστώ · εισάγω · καθιερώνω · παρουσιάζω · συστήνω · φέρω
  • προσωρινή ατέλεια
  • επιστροφή κατά την εισαγωγή
  • αντικατάσταση των εισαγωγών
  • εισφορά κατά την εισαγωγή
  • αγγέλω · βάζω · δρομολογώ · εγκαθιστώ · εισάγω · καθιερώνω · παρουσιάζω · συστήνω · φέρω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Einfahrt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη