Μετάφραση του "einfallend" σε Ελληνικά

Οι προσπίπτουσα, προσπίπτων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einfallend" σε Ελληνικά.

einfallend verb
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσπίπτουσα

    adjective feminine

    — der einfallende Schall wird gemäß Abschnitt 1 berücksichtigt;

    — λαμβάνεται υπόψιν ο προσπίπτων ήχος, όπως ορίζεται στο σημείο 1,

  • προσπίπτων

    adjective masculine

    — der einfallende Schall wird gemäß Abschnitt 1 berücksichtigt;

    — λαμβάνεται υπόψιν ο προσπίπτων ήχος, όπως ορίζεται στο σημείο 1,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einfallend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "einfallend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einfallend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη