Μετάφραση του "einfallend" σε Ελληνικά
Οι προσπίπτουσα, προσπίπτων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einfallend" σε Ελληνικά.
einfallend
verb
-
προσπίπτουσα
adjective feminine— der einfallende Schall wird gemäß Abschnitt 1 berücksichtigt;
— λαμβάνεται υπόψιν ο προσπίπτων ήχος, όπως ορίζεται στο σημείο 1,
-
προσπίπτων
adjective masculine— der einfallende Schall wird gemäß Abschnitt 1 berücksichtigt;
— λαμβάνεται υπόψιν ο προσπίπτων ήχος, όπως ορίζεται στο σημείο 1,
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " einfallend " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "einfallend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δε μου ήρθε στο μυαλό
-
δεν μου πήγε το μυαλό
-
άμα θυμηθείς κάτι πες μου
-
έχω μια ιδέα
-
μου ήρθε μια ιδέα
-
έρχομαι στο νου · διπλώνω · εισβάλλω · θυμάμαι · καταρρέω · πέφτω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη