Μετάφραση του "einfallen" σε Ελληνικά

Οι έρχομαι στο νου, διπλώνω, εισβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einfallen" σε Ελληνικά.

einfallen verb γραμματική

bröckeln (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έρχομαι στο νου

    Welche biblischen Grundsätze sollten uns in so einer Situation einfallen?

    Ποιες Γραφικές αρχές πρέπει να έρθουν στο νου σας υπό αυτές τις περιστάσεις;

  • διπλώνω

  • εισβάλλω

    Aber das gibt mir einen Grund, in Rom einzufallen.

    Όμως μου έδωσε μια αφορμή για να εισβάλλω στη Ρώμη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θυμάμαι
    • καταρρέω
    • πέφτω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einfallen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Einfallen

des Gesichtes vor Kummer oder Müdigkeit

+ Προσθήκη

"Einfallen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Einfallen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "einfallen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einfallen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη