Μετάφραση του "Einfall" σε Ελληνικά

Οι ιδέα, γνώμη, εισβολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Einfall" σε Ελληνικά.

Einfall noun Noun masculine γραμματική

Überfall (auf) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδέα

    noun feminine

    Vor einigen Minuten hatte ich einen guten Einfall.

    Πριν μερικά λεπτά μου ήρθε μιά καλή ιδέα.

  • γνώμη

    noun feminine
  • εισβολή

    noun

    Nachdem sie die römischen Grenzen einmal durchbrochen hatten, folgte ein Einfall nach dem anderen.

    Τώρα που διέσπασαν τα Ρωμαϊκά σύνορα, η μία εισβολή διεδέχετο την άλλη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πρόσπτωση
    • άποψη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Einfall " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Einfall" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη