Μετάφραση του "Hilflosigkeit" σε Ελληνικά

Το αδυναμία είναι η μετάφραση του "Hilflosigkeit" σε Ελληνικά.

Hilflosigkeit noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδυναμία

    noun

    Immer mehr erkennt man die Hilflosigkeit des Menschen.

    Η αδυναμία του ανθρώπου γίνεται ολοένα και πιο έκδηλη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Hilflosigkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Hilflosigkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη