Μετάφραση του "Hilflosigkeit" σε Ελληνικά
Το αδυναμία είναι η μετάφραση του "Hilflosigkeit" σε Ελληνικά.
Hilflosigkeit
noun
feminine
γραμματική
-
αδυναμία
nounImmer mehr erkennt man die Hilflosigkeit des Menschen.
Η αδυναμία του ανθρώπου γίνεται ολοένα και πιο έκδηλη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Hilflosigkeit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη