Μετάφραση του "hilflos" σε Ελληνικά

Οι αβοήθητα, ανυπεράσπιστος, αβοήθητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hilflos" σε Ελληνικά.

hilflos adjective adverb γραμματική

aufgeschmissen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αβοήθητα

    adverb

    Die klingen immer so, als würden sie kleine hilflose Tiere misshandeln.

    Πάντα φαίνονται σαν να κακοποιούν μικρά αβοήθητα ζώα.

  • ανυπεράσπιστος

    adjective

    Ich schwor mir an dem Tag, nie wieder hilflos der Tyrannei ausgesetzt zu sein.

    Ορκίστηκα εκείνη την μέρα πως ποτέ ξανά δεν θα ήμουν... ανυπεράσπιστος απέναντι σε όποιας μορφή τυραννία.

  • αβοήθητος

    adjective

    Jetzt denke daran, wie hilflos du dich fühltest als das Wildschwein dich angriff.

    Τώρα σκέψου πόσο αβοήθητος ένιωσες όταν το αγριογούρουνο σου επιτέθηκε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αδέξιος
    • αμήχανος
    • απροστάτευτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hilflos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hilflos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη