Μετάφραση του "Liquidation" σε Ελληνικά

Οι διάλυση, εκκαθάριση, εκτέλεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Liquidation" σε Ελληνικά.

Liquidation Noun noun feminine γραμματική

Faktura (österr.) (schweiz.) (veraltet)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάλυση

    noun

    Desgleichen werden bei ihrer etwaigen Auflösung und Liquidation keine Abgaben erhoben.

    Ομοίως, η διάλυση ή η εκκαθάριση αυτού δεν συνεπάγεται κανενός είδους φορολογία.

  • εκκαθάριση

    Desgleichen werden bei ihrer etwaigen Auflösung und Liquidation keine Abgaben erhoben.

    Ομοίως, η διάλυση ή η εκκαθάριση αυτού δεν συνεπάγεται κανενός είδους φορολογία.

  • εκτέλεση

    noun

    Auch eine Vollstreckung gegen die Gesellschaft in Liquidation ist möglich.

    Είναι επίσης δυνατή η αναγκαστική εκτέλεση κατά της υπό εκκαθάριση εταιρίας.

  • ρευστοποίηση

    Die Liquidation der stillen Reserven war für Philips deshalb ein letztes Rettungsmittel.

    Συνεπώς, η ρευστοποίηση αφανών αποθεματικών αποτελούσε την τελευταία δυνατότητα σωτηρίας για τη Philips.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Liquidation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Liquidation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Liquidation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη