Μετάφραση του "Liquidator" σε Ελληνικά

Το εκκαθαριστής είναι η μετάφραση του "Liquidator" σε Ελληνικά.

Liquidator noun masculine γραμματική

Einer der ungefähr 800.000 Menschen, die nach der Katastrophe von Tschernobyl am 26. April 1986 Aufräumarbeiten am Unglückort ausführten.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκκαθαριστής

    Der Liquidator wurde damit beauftragt, die Geschäftstätigkeit möglichst zu privatisieren oder andernfalls einzustellen.

    Ο εκκαθαριστής έλαβε την εντολή να ιδιωτικοποιήσει ει δυνατόν τις δραστηριότητες, ή να κηρύξει την παύση τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Liquidator " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Liquidator" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη