Μετάφραση του "liquid" σε Ελληνικά
Οι υγρό, διαλυτικός, ρευστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liquid" σε Ελληνικά.
liquid
flüssig (umgangssprachlich)
-
υγρό
noun neuterDas " Liquid O " hätten wir also.
Βρήκαμε το " υγρό O ".
-
διαλυτικός
adjective masculine -
ρευστός
Adjective -
υγρός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " liquid " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Liquid
Noun
γραμματική
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Liquid" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Liquid στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη