Μετάφραση του "liquidieren" σε Ελληνικά
Οι καθαρίζω, εκκαθαρίζω, διαλύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liquidieren" σε Ελληνικά.
liquidieren
verb
γραμματική
dahinraffen (umgangssprachlich) [..]
-
καθαρίζω
verbAber morgen will er vielleicht, dass ich dich liquidiere.
Αύριο μπορεί να μου πουν να καθαρίσω εσένα.
-
εκκαθαρίζω
-
διαλύω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εκτελώ
- κλείνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " liquidieren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη