Μετάφραση του "reizbar" σε Ελληνικά

Οι κακότροπος, ευερέθιστος, αγκαθερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reizbar" σε Ελληνικά.

reizbar adjective γραμματική

grantig (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κακότροπος

    adjective
  • ευερέθιστος

    adjective

    Er wird nervös, angespannt und reizbar, bis er einen weiteren Nikotin„schuß“ erhält.

    Ο καπνιστής γίνεται νευρικός, ευερέθιστος και αισθάνεται υπερένταση ώσπου να πάρει την επόμενη «δόση» νικοτίνης.

  • αγκαθερός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " reizbar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "reizbar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "reizbar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη