Μετάφραση του "Stoiker" σε Ελληνικά
Οι στωικός, στοικός, στωικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stoiker" σε Ελληνικά.
Stoiker
noun
Noun
masculine
γραμματική
-
στωικός
noun masculineDie Stoiker glaubten, das größte Glück resultiere aus einem tugendhaften Leben.
Οι στωικοί πίστευαν ότι η υπέρτατη ευτυχία εκπορευόταν από την ενάρετη ζωή.
-
στοικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Stoiker " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
stoiker
-
στωικός
nounDie Stoiker glaubten, das größte Glück resultiere aus einem tugendhaften Leben.
Οι στωικοί πίστευαν ότι η υπέρτατη ευτυχία εκπορευόταν από την ενάρετη ζωή.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη