Μετάφραση του "wehren" σε Ελληνικά
Οι πάλη, jemanden verteidigen, αγώνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wehren" σε Ελληνικά.
wehren
verb
γραμματική
die Stirn bieten (umgangssprachlich) [..]
-
πάλη
noun feminineUnd er hat überhaupt nicht gefragt, ob sie sich gewehrt hat.
Και δεν ρώτησε αν υπήρχαν ίχνη πάλης.
-
jemanden verteidigen
sich verteidigen
-
αγώνας
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wehren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Wehren
Noun
noun
γραμματική
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Wehren" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Wehren στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "wehren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
sich verteidigen · αμύνομαι · αντιστέκομαι
-
άμυνα · φράγμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη