Μετάφραση του "beibringen" σε Ελληνικά
Οι διδάσκω, λέω, μαθαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beibringen" σε Ελληνικά.
einbläuen (umgangssprachlich) [..]
-
διδάσκω
verbWissen und Fähigkeiten weitergeben.
Einem Krebs können wir nicht beibringen, gerade zu gehen.
Δεν μπορείς να διδάξεις ένα καβούρι να περπατάει ευθεία.
-
λέω
verbIch muss euch wohl erst beibringen, dass ich meine, was ich sage.
Θα σας δείξω ότι εννοώ αυτά που λέω.
-
μαθαίνω
verbOpa hat mir das beigebracht und jetzt bringe ich es dir bei.
O παππoύς μoυ μoύ τo'μαθε αυτό και τώρα σoυ τo μαθαίνω εγώ.
-
προξενώ
Sie veranstalten Prozessionen, in denen sich einige mit Messern und Schwertern Wunden beibringen oder sich sonstwie Qualen zufügen.
Κάνουν πομπές στις οποίες ορισμένοι κόβονται με μαχαίρια και σπαθιά και προξενούν πόνο στον εαυτό τους με άλλους τρόπους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " beibringen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "beibringen"
Φράσεις παρόμοιες με "beibringen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δε διδάσκεται στα σχολεία
-
θα σου μάθω γερμανικά
-
έχω διδαχτεί κάτι απο τη γιαγιά μου