Μετάφραση του "inhalieren" σε Ελληνικά

Το εισπνέω είναι η μετάφραση του "inhalieren" σε Ελληνικά.

inhalieren verb γραμματική

Luft in die Lungen einsaugen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισπνέω

    verb

    Anschließend inhaliere ich ein Antibiotikum, mit dem Infektionen bekämpft werden sollen.

    Κατόπιν κάνω και άλλες εισπνοές—αυτή τη φορά εισπνέω ένα αντιβιοτικό που βοηθάει στην αντιμετώπιση των λοιμώξεων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inhalieren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Inhalieren Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Inhalieren" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Inhalieren στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "inhalieren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inhalieren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη