Μετάφραση του "Inhaftierung" σε Ελληνικά

Οι σύλληψη, φυλάκιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Inhaftierung" σε Ελληνικά.

Inhaftierung noun feminine

Eintreten in einen Ort der mit “sho” gebildet ist

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύλληψη

    noun

    Ich wurde gerade von Mrs. Sutters Inhaftierung informiert.

    Μόλις ενημερώθηκα για τη σύλληψη της κας Σάτερ.

  • φυλάκιση

    noun feminine

    Lassen Sie uns ein System zur Rechenschaft ziehen, dass de facto die Inhaftierung von Oppositionsführern zulässt.

    Ας τεθεί προ των ευθυνών του ένα σύστημα που επιτρέπει την de facto φυλάκιση των ηγετών της αντιπολίτευσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Inhaftierung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Inhaftierung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη