Μετάφραση του "Inhalation" σε Ελληνικά
Οι εισπνοές, εισπνοή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Inhalation" σε Ελληνικά.
Inhalation
noun
Noun
feminine
γραμματική
Der Vorgang des Aufnehmens von Luft in die Lunge.
-
εισπνοές
Ventavis ist zur Inhalation der vernebelten Lösung bestimmt (siehe Abschnitt
Το Ventavis προορίζεται για χορήγηση με εισπνοές μέσω ψεκασμού (βλέπε παράγραφο
-
εισπνοή
Wenn das nicht funktioniert, hängt ihn an eine Dialyse für eine toxische Inhalation.
Αν αυτό δεν πιάσει, βάλτε τον σε διάλυση για εισπνοή τοξικών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Inhalation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη