Μετάφραση του "inhaftiert" σε Ελληνικά
Το φυλακισμένος είναι η μετάφραση του "inhaftiert" σε Ελληνικά.
inhaftiert
Adjective
adjective
verb
γραμματική
verknackt (umgangssprachlich)
-
φυλακισμένος
adjective nounWährend ich inhaftiert war, plagte mich nur eine Frage.
Όσο ήμουν φυλακισμένος με ενοχλούσε ένα βασανιστικό ερώτημα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inhaftiert " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "inhaftiert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συλλαμβάνω · φυλακίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη