Μετάφραση του "motivation" σε Ελληνικά

Οι κίνητρο, προθυμία, κίνητρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "motivation" σε Ελληνικά.

motivation
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κίνητρο

    noun neuter

    Nun möchte ich Ihnen gern etwas über positive Motivation zeigen.

    Το επόμενο κομμάτι που θέλω να σας δείξω έχει να κάνει με το θετικό κίνητρο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " motivation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Motivation noun Noun feminine γραμματική

Inzentiv (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προθυμία

    noun feminine

    Die Motivation und praktische Zusammenarbeit aller Akteure hat zu einem vermehrten und homogeneren Einsatz des Systems geführt.

    Η προθυμία και η πρακτική συνεργασία που επέδειξαν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη έχουν συμβάλει στην αυξημένη και περισσότερο εναρμονισμένη χρήση του συστήματος.

  • κίνητρα

    noun

    Ich muss gestehen, dass es noch eine dritte Motivation gibt.

    Οφείλω να ομολογήσω, ότι υπάρχει και τρίτο κίνητρο.

  • κίνητρο

    noun neuter

    Ich muss gestehen, dass es noch eine dritte Motivation gibt.

    Οφείλω να ομολογήσω, ότι υπάρχει και τρίτο κίνητρο.

  • ενθάρρυνση

    noun

    Gesamtheit aller Beweggründe zur Handlungsbereitschaft

    Die Qualität des Personals ist entscheidend für die Motivation der erwachsenen Lernenden.

    Η ποιότητα του προσωπικού είναι αποφασιστικής σημασίας στην ενθάρρυνση της συμμετοχής των ενήλικων εκπαιδευομένων.

Φράσεις παρόμοιες με "motivation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "motivation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη