Μετάφραση του "Afford" σε Ελληνικά

Οι Διαθέτω, αντέχω, παρέχω, αντέχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Afford" σε Ελληνικά.

Afford
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διαθέτω, αντέχω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Afford " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

afford verb γραμματική

To incur, stand, or bear without serious detriment, as an act which might under other circumstances be injurious; -- with an auxiliary, as can, could, might, etc.; to be able or rich enough. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρέχω

    verb

    Windcheaters are garments designed to afford some protection against the weather.

    Ορισμένα μπλουζόν είναι σχεδιασμένα κατά τρόπο ώστε να παρέχουν μια κάποια προστασία κατά της κακοκαιρίας.

  • αντέχω

    verb

    I just can't afford to lose another 30 credits.

    Απλά δεν αντέχω να χάσω άλλες 30 μονάδες.

  • δίνω

    verb

    However, I'll once again afford the nominee an opportunity to respond.

    Αλλά θα δώσω ακόμα μια ευκαιρία στην υποψήφια να απαντήσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαθέτω
    • αντεπεξέρχομαι
    • φέρνω
    • έχω λεφτά για
    • έχω την οικονομική άνεση για, να
    • έχω την οικονομική δυνατότητα
    • έχω την πολυτέλεια
    • διαθέτω τα μέσα για, να
    • με παίρνει
    • τα βγάζω πέρα
    • τα βολεύω
    • τα καταφέρνω

Φράσεις παρόμοιες με "Afford" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δεν είναι στα κυβικά μου
  • δε με παίρνει για κτ, να κάνω κτ · δεν έχω λεφτά για · δεν έχω περιθώρια για · δεν έχω την άνεση · δεν έχω την οικονομική δυνατότητα να · δεν έχω την οικονομική ευχέρεια να · δεν έχω την πολυτέλεια να · δεν έχω τις δυνατότητες για να · δεν βγαίνω οικονομικά · δεν διαθέτω τα μέσα για · δεν το αντέχει, σηκώνει η τσέπη μου · δεν το σηκώνουν τα οικονομικά μου να · είναι πέρα από τις δυνατότητές μου να
  • παρέχω
  • παρέχω αποδείξεις
  • Nόμος περί Προσιτής Περίθαλψης
  • προσφερόμενες δυνατότητες
  • ευχέρεια (πρόσβασης)
  • προσιτός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Afford" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη