Μετάφραση του "affluence" σε Ελληνικά
Οι ευμάρεια, αφθονία, εισροή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "affluence" σε Ελληνικά.
affluence
noun
γραμματική
(obsolete) An abundant flow or supply. [..]
-
ευμάρεια
noun feminineabundance of wealth [..]
More people and greater economic affluence mean more mobility and more transport.
Αυξανόμενος πληθυσμός και μεγαλύτερη οικονομική ευμάρεια συνεπάγονται αύξηση της κινητικότητας και των μεταφορών.
-
αφθονία
noun femininesuggesting that affluence is an end in itself.
υπονοώντας ότι η αφθονία αποτελεί αυτοσκοπό.
-
εισροή
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ευημερία
- συρροή
- πλούτος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " affluence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη