Μετάφραση του "affluent" σε Ελληνικά
Οι πλούσιος, άφθονος, παραπόταμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "affluent" σε Ελληνικά.
affluent
adjective
noun
γραμματική
Somebody who is wealthy. [..]
-
πλούσιος
adjective masculineabounding in goods or riches; materially wealthy [..]
Although she was a lovely, decent girl who came from an affluent family, a lot like yours.
Αν και ήταν μια όμορφη, αξιοπρεπής κοπέλα από μια πλούσια οικογένεια, σαν τη δική σας.
-
άφθονος
adjective masculineabundant
-
παραπόταμος
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εύπορος
- υποτελής
- ευκατάστατος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " affluent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "affluent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άφθονα · πλούσια · σε αφθονία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη