Μετάφραση του "afflictive" σε Ελληνικά

Οι θλιβερός, οδυνηρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "afflictive" σε Ελληνικά.

afflictive adjective γραμματική

That causes physical or mental pain [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θλιβερός

    adjective

    It is an affliction of the times.

    Θλιβερά σημάδια των καιρών μας.

  • οδυνηρός

    adjective

    Her death must have been a great affliction.

    Ο θάνατος της πρέπει να ήταν πολύ οδυνηρός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afflictive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "afflictive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βασανίζομαι από · χειμάζομαι από
  • -πληγείς
  • πλήττω
  • αλγεινός · επώδυνος · θλιβερός · λυπητερός · οδυνηρός
  • αναπηρία · αρρώστια · ασθένεια · βάσανο · δοκιμασία · θλίψη · λύπη · νοσήματα (παθήσεις) · νόσος · οδύνη · πάθηση · συμφορά
  • βασανίζω · θλίβομαι · θλίβω · λυπώ · μαστίζω · πλήττω · προσβάλλω · στεναχωρώ · ταλαιπωρώ
  • αλγεινός · επώδυνος · θλιβερός · λυπητερός · οδυνηρός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afflictive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη