Μετάφραση του "condiment" σε Ελληνικά

Οι καρύκευμα, άρτυμα, σάλτσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "condiment" σε Ελληνικά.

condiment noun γραμματική

Something used to enhance the flavor of food; salt or pepper for example. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καρύκευμα

    noun neuter

    something used to enhance flavor [..]

    Okay, Miss Maturity, but I'm not the one making condiment art.

    Καλά, κυρία Ωριμότητα, δεν κάνω εγώ τέχνη με καρυκεύματα.

  • άρτυμα

    noun neuter
  • σάλτσα

    noun feminine

    Your one shot at fame undone by a condiment.

    Η μεγάλη σου ευκαιρία να γίνεις διάσημος να οφείλεται σε μια σάλτσα.

  • Καρύκευμα

    substance added to food to enhance its flavor

    They fall in heading 2103 if they constitute mixed condiments or mixed seasonings.

    Αν αποτελούν σύνθετα αρτύματα ή καρυκεύματα υπάγονται στην κλάση 2103.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " condiment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "condiment"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "condiment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη