Μετάφραση του "consumptive" σε Ελληνικά

Οι φυματικός, φθισικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consumptive" σε Ελληνικά.

consumptive adjective noun γραμματική

Having a tendency to consume. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυματικός

    adjective masculine

    My father was a consumptive.

    Ο πατέρας μου ήταν φυματικός.

  • φθισικός

    adjective masculine

    Your father had consumption.

    Ο πατέρας σου ήταν φθισικός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " consumptive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "consumptive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "consumptive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη