Μετάφραση του "consumptive" σε Ελληνικά
Οι φυματικός, φθισικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consumptive" σε Ελληνικά.
consumptive
adjective
noun
γραμματική
Having a tendency to consume. [..]
-
φυματικός
adjective masculineMy father was a consumptive.
Ο πατέρας μου ήταν φυματικός.
-
φθισικός
adjective masculineYour father had consumption.
Ο πατέρας σου ήταν φθισικός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " consumptive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "consumptive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατά κεφαλή κατανάλωση
-
ύδατα για κατανάλωση
-
εγχώρια κατανάλωση · εσωτερική κατανάλωση
-
κατανάλωση πετρελαίου
-
παγκόσμια κατανάλωση
-
φόρος κατανάλωσης
-
επιδεικτική κατανάλωση
-
Κατανάλωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη