Μετάφραση του "consumptiveness" σε Ελληνικά
Το καταναλωτισμός είναι η μετάφραση του "consumptiveness" σε Ελληνικά.
consumptiveness
noun
γραμματική
The state of being consumptive.
-
καταναλωτισμός
nounResearchers say that instead of making us more satisfied, high levels of consumption may lead to greater stress and unhappiness!
Οι ερευνητές λένε ότι ο καταναλωτισμός, αντί να μας γεμίζει ικανοποίηση, μπορεί να μας φορτώσει με περισσότερο άγχος και δυστυχία!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " consumptiveness " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "consumptiveness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατά κεφαλή κατανάλωση
-
ύδατα για κατανάλωση
-
εγχώρια κατανάλωση · εσωτερική κατανάλωση
-
κατανάλωση πετρελαίου
-
παγκόσμια κατανάλωση
-
φόρος κατανάλωσης
-
επιδεικτική κατανάλωση
-
Κατανάλωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη