Μετάφραση του "Escalation" σε Ελληνικά
Οι Κλιμάκωση, αναθεώρηση, κλιμάκωση, όξυνση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Escalation" σε Ελληνικά.
Escalation
-
Κλιμάκωση, αναθεώρηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Escalation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
escalation
noun
γραμματική
an increase or rise, especially one to counteract a perceived discrepancy [..]
-
κλιμάκωση
feminineThe escalation of violence has to be halted.
H κλιμάκωση της βίας θα πρέπει να σταματήσει.
-
όξυνση
NounIt marks a new escalation in competition with other imperialist centres.
Σηματοδοτεί νέα όξυνση του ανταγωνισμού με τα άλλα κέντρα του ιμπεριαλισμού.
Φράσεις παρόμοιες με "Escalation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κυλιόμενη σκάλα · κυλιόμενες σκάλες · κυλιόμενη σκάλα
-
· oξύνω · εντείνω · κλιμακούμαι · κλιμακώνομαι · κλιμακώνω
-
κλιμακούμενος
-
εκτονώνω
-
ρήτρα αναπροσαρμογής
-
κλιμακούμενος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη