Μετάφραση του "escalating" σε Ελληνικά
Το κλιμακούμενος είναι η μετάφραση του "escalating" σε Ελληνικά.
escalating
verb
γραμματική
Present participle of escalate. [..]
-
κλιμακούμενος
LAPD said there' s an escalating war between the gangs... a lot of jockeying for drug turf
Το LAPD είπε ότι υπάρχει ένας κλιμακούμενος πόλεμος ανάμεσα στις συμμορίες... πολλές μάχες για περιοχές ναρκωτικών
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " escalating " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "escalating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κλιμάκωση, αναθεώρηση
-
Κυλιόμενη σκάλα · κυλιόμενες σκάλες · κυλιόμενη σκάλα
-
· oξύνω · εντείνω · κλιμακούμαι · κλιμακώνομαι · κλιμακώνω
-
κλιμάκωση · όξυνση
-
εκτονώνω
-
ρήτρα αναπροσαρμογής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη