Μετάφραση του "Inflation" σε Ελληνικά

Οι Πληθωρισμός, πληθωρισμός, φούσκωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Inflation" σε Ελληνικά.

Inflation
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πληθωρισμός

    Inflation remained under control in 2013, at an estimated 7.0 %.

    Ο πληθωρισμός παρέμεινε υπό έλεγχο κατά το 2013, σε επίπεδο περίπου 7,0 %.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Inflation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

inflation noun γραμματική

An act, instance of, or state of expansion or increase in size, especially by injection of a gas. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πληθωρισμός

    noun masculine

    increase in prices [..]

    So inflation stretches some, but not necessarily all, of the dimensions of space.

    Οπότε ο πληθωρισμός διογκώνει κάποιες αλλά όχι όλες απαραίτητα, από τις διαστάσεις του χώρου.

  • φούσκωμα

    noun neuter

    expansion or increase in size

    They can be sold alone or with accessories for spraying, cleaning, or inflating tyres and other objects.

    Πωλούνται μεμονωμένα ή με παρελκόμενα για ψεκασμό, καθαρισμό, ή για φούσκωμα ελαστικών και άλλων αντικειμένων.

  • διόγκωση

    noun

    They resulted in an artificial inflation of the investments eligible for aid.

    Είχαν ως συνέπεια μια τεχνητή διόγκωση των επιλέξιμων επενδύσεων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πληθωρισμός plithorismos
    • Πληθωρισμός

Φράσεις παρόμοιες με "Inflation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Inflation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη