Μετάφραση του "inflection" σε Ελληνικά

Οι κλίση, κάμψη, λύγισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inflection" σε Ελληνικά.

inflection noun γραμματική

(grammar) a change in the form of a word that reflects a change in grammatical function. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλίση

    noun feminine

    change in the form of a word that reflects a change in grammatical function

    mimics the visual inflection, sudden inflection of that jagged shape.

    προσομοιάζουν την οπτική κλίση — απότομη κλίση — αυτού του πριονωτού σχήματος.

  • κάμψη

    noun feminine

    change in curvature from concave to convex or from convex to concave

    We must yield to the times, and with inflection

    Πρέπει να υποκύψουμε στους καιρούς, και με την κάμψη

  • λύγισμα

    neuter

    change in curvature from concave to convex or from convex to concave

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inflection " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inflection" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inflection" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη