Μετάφραση του "inflexibility" σε Ελληνικά

Οι ακαμψία, δυσκαμψία, ανελαστικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inflexibility" σε Ελληνικά.

inflexibility noun γραμματική

The quality or state of being inflexible, or not capable of being bent or changed; unyielding stiffness; inflexibleness; rigidity; obstinacy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακαμψία

    noun

    The current inflexibility of legislation in Europe is a major barrier to circular migration.

    Η ακαμψία που χαρακτηρίζει σήμερα τις ευρωπαϊκές νομοθεσίες συνιστά μεγάλο εμπόδιο για την κυκλική μετανάστευση.

  • δυσκαμψία

    It is also more inflexible when some fundamentals behind the ceilings change.

    Επίσης, παρατηρείται δυσκαμψία όταν αλλάζουν ορισμένα βασικά δεδομένα που στηρίζουν τα ανώτατα όρια.

  • ανελαστικότητα

    Noun

    Physical flexibility may only be disguising a mathematical inflexibility.

    Η φυσική ελαστικότητα μπορεί απλά να αποκρύπτει μια μαθηματική ανελαστικότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inflexibility " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inflexibility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inflexibility" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη