Μετάφραση του "inflect" σε Ελληνικά

Οι κλίνω, κάμπτω, λυγίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inflect" σε Ελληνικά.

inflect verb γραμματική

(transitive) To cause to curve inwards. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλίνω

    verb
  • κάμπτω

    verb

    Just now, while you were reading his log, you were using his inflections.

    Ενώ διάβαζες το ημερολόγιό του, χρησιμοποίησες τις κάμψεις του.

  • λυγίζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inflect " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inflect" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inflect" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη